Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΣΕ ΧΡΟΝΟ ΕΝΕΣΤΩΤΑ - Μέρος ΙΙ - Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ







ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΣΕ ΧΡΟΝΟ ΕΝΕΣΤΩΤΑ

 
Κρίνω απαραίτητο, πριν επιχειρήσω την αναλυτική προσέγγιση της γενοκτονίας του παρόντος, και την ταυτοποίησή της δια των σταδίων του Stanton, αρχικά να αναφερθώ επιγραμματικά, στην οικονομία της Ελλάδας πριν το 2010 και την σύναψη του εθνικού δανείου και στη συνέχεια, να επιχειρήσω μια αναλυτικότερη αναφορά στην οικονομία της, μετά το 2010, και στην πορεία που ακολούθησε μετά τη σύναψή του. Έτσι θα εξετάσω τις μεταβολές που υπέστη η ελληνική οικονομία, και πόσο αυτές ήταν ικανές, προκειμένου να εισέλθει η χώρα σε τρικυμιώδη, σκοτεινά και επικίνδυνα υδάτινα βάθη, βάζοντάς την -κυρίως το λαό της- στον κυκεώνα μιας μη αναστρέψιμης καταστροφής. 

Το δάνειο, με τα μνημόνια, το μεσοπρόθεσμο, τα προεδρικά διατάγματα, τα νομοσχέδια, τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, είναι πυλώνας της διαμόρφωσης και εγκαθίδρυσης, της πολιτικής, που οδηγεί σε αδιέξοδο και εξουθενώνει το λαό. Τον οδηγεί και εξωθεί σε πράξεις απελπισίας, καθώς η τρόικα σε αγαστή συνεργασία με τις ελληνικές κυβερνήσεις που ακολούθησαν της σύναψης του δανείου, του περιορίζει τη δυνατότητα αντίδρασης και του δημιουργεί το περιβάλλον μιας μονόδρομης καταστροφικής οδού. Μια κυβέρνηση που έχει ανοίξει τις πύλες -και βρίσκεται σε ένα διαρκές καλοσώρισμα αυτών που θα αποικίσουν οικονομικά, άρα και τυπικά-, για την εφαρμογή των σχεδίων τους. 

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
 

Περίοδος έως 2010

Η ελληνική οικονομία είχε εντυπωσιακούς ρυθμούς ανόδου μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο[7 Ιουλίου 1937 στην Ασία και στις 1 Σεπτεμβρίου 1939 στην Ευρώπη και τελείωσε στις 2 Σεπτεμβρίου 1945]και τον Εμφύλιο[1946-1949], κατά κύριο λόγο όμως επειδή ξεκινούσε από πολύ χαμηλή βάση.[1] Η συνεχής σύγκλιση με τις αναπτυγμένες δυτικές χώρες διακόπηκε απότομα το 1973 λόγω της πρώτης μεγάλης πετρελαϊκής κρίσης, κάτι που συνετέλεσε και στην πτώση της χούντας. Ακόμη χειρότερη έγινε η κατάσταση το 1979, με το ξέσπασμα της δεύτερης πετρελαϊκής κρίσης.[2]

Την 1 Ιανουαρίου 2002 η Ελλάδα, και οι άλλες έντεκα χώρες της λεγόμενης Ευρωζώνης ( : Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Πορτογαλία και Φινλανδία ), απέκτησαν κοινό νόμισμα, το ευρώ. Η ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ έγινε το 2001 μετά την επιτυχή πορεία σύγκλισης των δημοσιονομικών μεγεθών και την ικανοποίηση κατά τη διάρκεια του 2000 των (τεσσάρων από τα πέντε) κριτηρίων της συνθήκης του Μάαστριχτ (πληθωρισμός, έλλειμμα γενικής κυβέρνησης, δημόσιο χρέος, μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών, μακροπρόθεσμο επιτόκιο δανεισμού). Το ακαθάριστο προϊόν συνέχισε να αυξάνεται με ρυθμούς άνω του ευρωπαϊκού μέσου όρου εν μέρει λόγω των επενδύσεων σε υποδομές σχετιζόμενες με τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, αλλά και λόγω της ευκολίας πρόσβασης σε πιστώσεις για καταναλωτικές δαπάνες. Ωστόσο η Ελλάδα από το 2001 έως και το 2005 βρέθηκε να παραβιάζει το κριτήριο για έλλειμμα κάτω από 3% του Συμφώνου Σταθερότητας (το οποίο έχει σκοπό να διασφαλίζει ότι τα κράτη μετά την ένταξη στην ευρωζώνη και την ικανοποίηση των κριτηρίων του Μάαστριχτ, συνεχίζουν να τα τηρούν).

Από τα τέλη του 2009 και αρχές 2010, εξαιτίας συνδυασμού διεθνών (οικονομική κρίση) και τοπικών (ανεξέλεγκτες δαπάνες κατά την περίοδο μέχρι τις εκλογές του 2009) παραγόντων η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, καθώς έχει το δεύτερο μεγαλύτερο ετήσιο έλλειμμα κρατικού προϋπολογισμού και το δεύτερο μεγαλύτερο δημόσιο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Ελληνική Οικονομία σήμερα 

Η Ελλάδα είναι μια ανεπτυγμένη χώρα, με ένα υψηλό επίπεδο διαβίωσης και "πολύ υψηλό" Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης, όπου κατατάσσεται 22η στον κόσμο το 2010,[3] και 22η στον δείκτη του The Economist του 2005 για την ποιότητα ζωής παγκοσμίως.[4] Με βάση τα στοιχεία της Eurostat το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας ήταν ισο με το 94% του μέσου όρου της ΕΕ το 2008.[5] Οι κύριοι μεγάλοι κλάδοι της Ελληνικής οικονομίας είναι ο τουρισμός, η ναυτιλία, η βιομηχανική παραγωγή τροφίμων και η επεξεργασία καπνού, η υφαντουργία, τα χημικά, τα προϊόντα μετάλλου, η μεταλλευτική και οι μονάδες διύλισης πετρελαίου. 

Η μεγέθυνση του ΑΕΠ της Ελλάδος είναι επίσης, κατά μέσον όρο, από το 1990 υψηλότερη από αυτόν του μέσου όρου των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εντούτοις, η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα, περιλαμβανομένων και της αύξησης των επιπέδων της ανεργίας, την γραφειοκρατία και την διαφθορά.[6]

Το 2009, η Ελλάδα είχε την δεύτερη χαμηλότερη κατάταξη στην ΕΕ σύμφωνα με τον Δείκτη Οικονομικής Ελευθερίας (μετά την Πολωνία), ενώ κατατάσσεται 81η παγκοσμίως.[7] Η χώρα υποφέρει από υψηλά επίπεδα πολιτικής και οικονομικής διαφθοράς και χαμηλή ανταγωνιστικότητα συγκριτικά με τους Ευρωπαίους εταίρους της.[8][9] 

Λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, ο ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας γύρισε σε αρνητικό πρόσημο το 2009, για πρώτη φορά από το 1993.[10] Μια ένδειξη της τάσης υπερχρέωσης τα περασμένα χρόνια είναι το γεγονός ότι η αναλογία ιδιωτικών δανείων προς καταθέσεις ξεπέρασε τις 100 μονάδες (αναλογία δηλαδή μεγαλύτερη του 1 προς 1) κατά την διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του έτους 2007.[11] 

Μέχρι το τέλος του 2009, ως αποτέλεσμα του συνδυασμού της διεθνούς οικονομικής κρίσης και εσωτερικών παραγόντων (ανεξέλεγκτης σπατάλης λίγο πριν τις εκλογές του Οκτωβρίου 2009), η Ελληνική οικονομία αντιμετώπισε την πιο σοβαρή της κρίση από το 1993, με το υψηλότερο δημόσιο έλλειμμα (αν και κοντά σε αυτό της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου) καθώς και το δεύτερο υψηλότερο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην ΕΕ. Το δημόσιο έλλειμμα του 2009 έφτασε στο 15,4% του ΑΕΠ. Αυτό, και τα αυξανόμενα επίπεδα χρέους (στο 127,1% του ΑΕΠ το 2009) οδήγησαν σε υψηλό κόστος δανεισμού, που προκάλεσε μια σοβαρή οικονομική κρίση. [12] Η Ελλάδα προσπαθεί να καλύψει το υπερβολικό δημόσιο έλλειμμα της στα ίχνη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.[13]

Το εργατικό δυναμικό της Ελλάδος φτάνει συνολικά τα 4,9 εκαττομύρια, και είναι το δεύτερο πιο σκληρά εργαζόμενο αναμέσα στις χώρες του ΟΟΣΑ, μετά την Νότιο Κορέα.[14] Το Κέντρο Ανάπτυξης του Γκρόνιγκεν δημοσίευσε μια έρευνα που αποκάλυπτε ότι μεταξύ του 1995 και του 2005, η Ελλάδα ήταν η χώρα με το μεγαλύτερο ποσοστό ωρών εργασίας ανά εργαζόμενο ανάμεσα στα Ευρωπαϊκά έθνη. Οι Έλληνες εργάστηκαν κατά μέσον όρο 1.900 ώρες ανά έτος, ακολουθούμενοι από τους Ισπανούς (με μέσο όρο 1.800 ώρες ανά έτος).[15].


Σημειώσεις
 
1.↑ Πάνος Καζάκος, Ανάμεσα σε κράτος και αγορά Οικονομία και οικονομική πολιτική στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1944-2000, 2009
2.↑ Πάνος Καζάκος, Ανάμεσα σε κράτος και αγορά Οικονομία και οικονομική πολιτική στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1944-2000, 2009
3.↑ Country Fact Sheets - Greece. Human Development Report 2009. Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών. Ανακτήθηκε στις 10 January 2010.
4.↑ "The Economist Intelligence Unit's quality-of-life index (2005)" (PDF). The Economist (www.economist.com). Ανακτήθηκε στις 2007-04-08.
5.↑ GDP per inhabitant in purchasing power standards. Eurostat. 2009-12-15.
6.↑ Riots in Greece: Anarchy in Athens | The Economist
7.↑ Country rankings for trade, business, fiscal, monetary, financial, labor and investment freedoms
8.↑ [1] [νεκρός σύνδεσμος]
9.↑ http://www.weforum.org/pdf/GCR09/GCR20092010fullreport.pdf
10.↑ European Commission, Economic Forecast – Spring 2009, 65
11.↑ Ζούμε με δανεικά (στα Greek). 2007-10-16.
12.↑ Charter, David. Storm over bailout of Greece, EU's most ailing economy. Time Online: Brussels, 2010
13.↑ 'Greece's economic crisis could signal trouble for its neighbors'
14.↑ Posted by Parmy Olson (2008-05-21). The World's Hardest-Working Countries. Forbes. Ανακτήθηκε στις 2010-04-12.
15.↑ e-go.gr , Pegasus Interactive (2008-10-06). v4.ethnos.gr - Oι αργίες των Eλλήνων - ειδησεις, κοινωνια, ειδικες δημοσιευσεις. Ethnos.gr. Ανακτήθηκε στις 2009-01-06.
Πηγή: βικιπαιδεία




.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου