Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΣΕ ΧΡΟΝΟ ΕΝΕΣΤΩΤΑ VΙ - Η ΦΤΩΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ





http://4.bp.blogspot.com/-oIFbm6pBumg/Udo8lWf0crI/AAAAAAAAC-E/kuXoYXRGgjU/s1600/vintage_under2.jpg




ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΣΕ ΧΡΟΝΟ ΕΝΕΣΤΩΤΑ





Η ΦΤΩΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ


Η αιφνίδια και κατακλυσμιαία εκδήλωση της οικονομικής κρίσης, δημιούργησε το περιβάλλον μιας συνεχούς και στοχευμένης επιθετικής πολιτικής που είχε ως αποτέλεσμα να πλήξει τους αδύναμους οικονομικά πολίτες. Ο περιορισμός των εισοδημάτων, η αύξηση της φορολογίας, τα μέτρα λιτότητας, η ανεργία οδήγησαν σε σημαντική αύξηση των αυτοκτονιών των πολιτών, εξαιτίας της αδυναμίας  ανταπόκρισής τους στις νέες δυσχερείς καταστάσεις που διαμόρφωσαν τη ζωή τους, καθιστώντας τους αδύναμους να ανταποκριθούν στην ικανοποιηση των βασικών, βιολογικών αναγκών τους, καθώς τέθηκε θέμα επιβίωσης και θίξιμο της αξιοπρέπειάς τους.

Προκειμένου να γίνει ο πλούσιος πλουσιότερος το οικονομικό σύστηματα είναι δομημένος στο να γίνει ο φτωχός φτωχότερος. Μόνο που ο φτωχός ως φτωχότερος, λιμοκτονεί, σε μια κοινωνία της απουσίας επιλογών, σε μια κοινωνία που συνεχώς συρρικνώνεται στην ατομικότητά της.
 

http://2.bp.blogspot.com/-GxKg4fG9Fv4/Uq3ppFsa_SI/AAAAAAAAHNs/zO6vOFVeygo/s1600/divider.gif


Δελτίο τύπου για την αύξηση της σχετικής φτώχειας και της ανισότητας
στην Ελλάδα

Δραματική επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών στην Ελλάδα, όπως επίσης και άνιση κατανομή των βαρών στον πληθυσμό, αποκαλύπτουν τα στοιχεία που μόλις δημοσιεύθηκαν από την Eurostat με βάση τη σχετική δειγματοληπτική έρευνα του 2012 (η οποία αφορά τα εισοδήματα των νοικοκυριών το 2011). Ειδικότερα:
  • Σύμφωνα με τον ευρέως χρησιμοποιούμενο δείκτη σχετικής φτώχειας (που αναφέρεται στο ποσοστό του πληθυσμού με ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα χαμηλότερο από το 60% του αντίστοιχου διάμεσου εισοδήματος των κατοίκων της χώρας), η σχετική φτώχεια αυξήθηκε από 19,7% το 2008 σε 23,1% το 2011. Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η αύξηση που εμφανίζει το ποσοστό φτώχειας το 2011 σε σχέση με το 2010. Να σημειωθεί ότι η αύξηση αυτή στη σχετική φτώχεια παρατηρήθηκε παρά τη σημαντική μείωση του ορίου φτώχειας για ένα μονομελές νοικοκυριό από 549 ευρώ το 2010 σε μόλις 476 ευρώ το 2011. Επίσης, με βάση τα στοιχεία της έρευνας για το 2012, ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ανήλθε στο 34,6% σε σχέση με το 31% που ήταν την προηγούμενη χρονιά.
  • Αποκαλυπτικές για την επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης είναι οι εκτιμήσεις που αφορούν το δείκτη φτώχειας που κατασκευάζεται διατηρώντας διαχρονικά σταθερό το όριο φτώχειας σε όρους πραγματικής αγοραστικής δύναμης (με βάση τα εισοδήματα του 2007). Σύμφωνα με τον συγκεκριμένο δείκτη, η φτώχεια αυξήθηκε από 20,1% το 2008 σε 35,8% το 2011. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η φτώχεια αυξήθηκε κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες σε έναν μόλις χρόνο, από το 2010 στο 2011.
  •  Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις για το χάσμα (ή βάθος) φτώχειας, το οποίο αποτυπώνει το πόσο απέχουν οι φτωχοί από το κατώφλι φτώχειας, 1 στους 2 φτωχούς είχε το 2011 διαθέσιμο μηνιαίο ισοδύναμο εισόδημα μικρότερο από 334 ευρώ.
  •  Μέσα σε έναν μόλις χρόνο, από το 2010 στο 2011, το διαθέσιμο μηνιαίο ισοδύναμο εισόδημα των ατόμων που βρίσκονται στο μέσο της εισοδηματικής κατανομής έπεσε από 915 σε 793 ευρώ. Αυτή η μείωση αποκαλύπτει τη σημαντική συρρίκνωση στα εισοδήματα των μεσαίων στρωμάτων στη χώρα.
  • Το ποσοστό σχετικής φτώχειας των εργαζομένων αυξήθηκε από 11,9% το 2010 σε 15,1% το 2011. Αυτό φανερώνει τη δυσμενή επίδραση που είχαν στα εισοδήματα των εργαζομένων τα μέτρα λιτότητας και η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων.
  •  Ο δείκτης υλικής αποστέρησης, δηλαδή το ποσοστό των νοικοκυριών που αδυνατούν να καλύψουν τουλάχιστον 3 από τις 9 βασικές ανάγκες, ανήλθε στο 33,7% το 2012 σε σχέση με το 21,8% το 2008.
  •  Ο δείκτης ανισότητας Gini αυξήθηκε από 0,335 το 2010 σε 0,343 το 2011. Αύξηση παρουσίασε την ίδια περίοδο και ο δείκτης που αποτυπώνει τη σχέση του εισοδήματος του 20% πλουσιότερου πληθυσμού με το 20% του φτωχότερου.

Τα προαναφερθέντα στοιχεία αποκαλύπτουν ότι η οικονομική κρίση, τα μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας και η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας όχι μόνο έχουν επιδεινώσει σημαντικά τις συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού στην Ελλάδα αλλά, σε αντίθεση με την επίσημη κυβερνητική ρητορεία, έχουν οδηγήσει και σε διεύρυνση των ανισοτήτων. Τον πρώτο ενάμιση χρόνο εφαρμογής του Μνημονίου τα χαμηλά και μεσαία εισοδηματικά στρώματα υπέστησαν σημαντικότερες απώλειες συγκριτικά με τα υψηλότερα στρώματα. Δεδομένου ότι το 2012 και το 2013 οι επιπτώσεις του Μνημονίου στα εισοδήματα των νοικοκυριών ήταν περισσότερο έντονες, εκτιμάται ότι τα τωρινά επίπεδα φτώχειας είναι πολύ υψηλότερα και οι συνθήκες διαβίωσης των νοικοκυριών αρκετά πιο δυσμενείς σε σχέση με την εικόνα που αποτυπώνεται στα παραπάνω στοιχεία.


http://2.bp.blogspot.com/-GxKg4fG9Fv4/Uq3ppFsa_SI/AAAAAAAAHNs/zO6vOFVeygo/s1600/divider.gif



Οι δείκτες φτώχειας στην Ελλάδα επιδεινώθηκαν ραγδαία με την εμφάνιση
της οικονομικής κρίσης και την εφαρμογή των προγραμμάτων λιτότητας


Η εκδήλωση της οικονομικής κρίσης και τα μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας που εφαρμόστηκαν από το 2010 στην Ελλάδα οδήγησαν σε δραματική επιδείνωση των δεικτών φτώχειας στη χώρα. Σύμφωνα με τον ευρέως χρησιμοποιούμενο δείκτη σχετικής φτώχειας (που αναφέρεται στο ποσοστό του πληθυσμού με ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα χαμηλότερο από το 60% του αντίστοιχου διάμεσου εισοδήματος των κατοίκων της χώρας), η φτώχεια αυξήθηκε από 19,7% το 2008 σε 23,1% το 2011. Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η αύξηση που εμφανίζει το ποσοστό φτώχειας το 2011 σε σχέση με το 2010. Να σημειωθεί ότι η αύξηση αυτή στη σχετική φτώχεια παρατηρήθηκε παρά τη σημαντική μείωση του ισοδύναμου ορίου φτώχειας για ένα μονομελές νοικοκυριό από 549 ευρώ το 2010 σε μόλις 476 ευρώ το 2011. Έτσι, αποκαλυπτικές για την επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών στη χώρα είναι οι εκτιμήσεις που αφορούν το δείκτη φτώχειας που κατασκευάζεται διατηρώντας διαχρονικά σταθερό το όριο φτώχειας σε όρους πραγματικής αγοραστικής δύναμης (με βάση τα εισοδήματα του 2007). Σύμφωνα με τον συγκεκριμένο δείκτη η φτώχεια αυξήθηκε από 18,9% το 2008 σε 35,8% το 2011. Αξιοσημείωτο δε είναι το γεγονός ότι η φτώχεια αυξήθηκε κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες σε έναν μόλις χρόνο, από το 2010 στο 2011. Τέλος, σημαντική είναι και η επιδείνωση που καταγράφεται στο χάσμα (ή βάθος) φτώχειας που αυξήθηκε από 24,1% το 2008 σε 29,9% το 2011. Αυτό σημαίνει ότι το 2011 ένας στους δύο φτωχούς διέθεταν ισοδύναμο μηνιαίο εισόδημα μικρότερο από 334 ευρώ. Δεδομένου ότι το 2012 και το 2013 οι επιπτώσεις του Μνημονίου στα εισοδήματα των νοικοκυριών ήταν περισσότερο έντονες, εκτιμάται ότι τα σημερινά επίπεδα φτώχειας είναι πολύ υψηλότερα και οι συνθήκες διαβίωσης των νοικοκυριών αρκετά πιο δυσμενείς σε σχέση με την εικόνα που αποτυπώνεται στα παραπάνω στοιχεία.



http://2.bp.blogspot.com/-GxKg4fG9Fv4/Uq3ppFsa_SI/AAAAAAAAHNs/zO6vOFVeygo/s1600/divider.gif



ΦΤΩΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΗ


ΕΛ.ΣΤΑΤ
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Πειραιάς, 13 / 12 / 2013
ΕΡΕΥΝΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ ΤΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝ ΕΤΟΥΣ 2012 ( Περίοδος αναφοράς εισοδήματος 2011)


                                                                                                  
http://2.bp.blogspot.com/-GxKg4fG9Fv4/Uq3ppFsa_SI/AAAAAAAAHNs/zO6vOFVeygo/s1600/divider.gif


ΙΝΕ ( ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ  Γ.Σ.Ε.Ε. )


Η οικονομική κρίση οδήγησε σε αύξηση του πληθυσμού που αδυνατεί να καλύψει βασικές ανάγκες

Τα τελευταία χρόνια η Eurostat, συμπληρωματικά στο δείκτη σχετικής φτώχειας, υπολογίζει δείκτες υλικής αποστέρησης που βασίζονται στη δυνατότητα των νοικοκυριών να καλύψουν τις ακόλουθες βασικές ανάγκες: 1) γεύμα με ψάρι ή κρέας κάθε δεύτερη μέρα, 2) μία εβδομάδα διακοπές το χρόνο, 3) αντιμετώπιση έκτακτων αλλά αναγκαίων δαπανών, 4) εξασφάλιση επαρκούς θέρμανσης στο σπίτι, 5) αποπληρωμή πάγιων λογαριασμών χωρίς δυσκολίες, 6) κατοχή πλυντηρίου στην κατοικία διαμονής, 7) κατοχή έγχρωμης τηλεόρασης στην κατοικία διαμονής, 8) κατοχή τηλεφώνου και 9) κατοχή αυτοκινήτου. Ένα άτομο (ή νοικοκυριό) θεωρείται ότι βιώνει υλική αποστέρηση όταν δεν δύναται να ικανοποιήσει τουλάχιστον 3 από τις παραπάνω ανάγκες. Με βάση αυτόν το δείκτη προκύπτει ότι το ποσοστό των ατόμων που αντιμετώπισαν υλική αποστέρηση το 2012 αυξήθηκε σε 33,7% από 21,8% που ήταν το 2008. Αξιοσημείωτη είναι η αύξηση στην αδυναμία των νοικοκυριών να εξασφαλίσουν επαρκή θέρμανση στο σπίτι καθώς και διατροφή που να περιλαμβάνει κάθε δεύτερη μέρα κρέας ή ψάρι. Επιπρόσθετα περισσότερα από 1 στα 2 νοικοκυριά δεν έχει τη δυνατότητα μιας εβδομάδας διακοπών το χρόνο. Τα παραπάνω στοιχεία καταδεικνύουν τη σημαντική επιδείνωση στις συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Είναι προφανές ότι η εντεινόμενη πολιτική λιτότητας τα δύο τελευταία χρόνια θα επιδεινώσει περαιτέρω τους παραπάνω δείκτες υλικής αποστέρησης.



http://2.bp.blogspot.com/-GxKg4fG9Fv4/Uq3ppFsa_SI/AAAAAAAAHNs/zO6vOFVeygo/s1600/divider.gif




ΕΛΣΤΑΤ: Σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού το 1/3 του πληθυσμού

(2013)

 
October 13, 2014 1:03 am

Σε κίνδυνο φτώχειας ήταν πέρυσι το 23,1% του πληθυσμού της χώρας, ή 2.529.000 άτομα, με την Ελλάδα να κατέχει την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση των «28». Εάν δε, ληφθεί υπόψη ο κίνδυνος της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού, τότε το ποσοστό «εκτινάσσεται» στο 35,7% και αφορά σε 3.904.000 άτομα (επιπλέον 108.700 άτομα από το 2012), σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ.

Μάλιστα, το κατώφλι της φτώχειας μειώθηκε το 2013 (εισοδήματα 2012) σε 5.023 ευρώ, από 5.708 ευρώ το 2012, ενώ το 2008 το κατώφλι της φτώχειας ήταν στις 6.897,30 ευρώ (εάν υπήρχε σήμερα το συγκεκριμένο όριο, το ποσοστό του κινδύνου σε φτώχεια θα ήταν στο 44,3%). Παράλληλα, στη σχετική έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για τον κίνδυνο της φτώχειας, δεν έχουν συμπεριληφθεί πληθυσμιακές ομάδες που κατά τεκμήριο είναι φτωχές, όπως οι άστεγοι, τα άτομα σε ιδρύματα, οι παράνομοι οικονομικοί μετανάστες, οι Ρομά, κ.ά.

Άκρως ενδεικτικό της οικονομικής κρίσης στη χώρα, είναι και το αποτέλεσμα συναφούς έρευνας της ΕΛΣΤΑΤ για τις συνθήκες διαβίωσης των νοικοκυριών. Σύμφωνα με αυτή, το 20,3% του πληθυσμού ζούσε πέρυσι σε συνθήκες «υλικής στέρησης» (στέρηση βασικών αγαθών διαβίωσης), με αποκορύφωμα το γεγονός ότι το 79,1% του φτωχού πληθυσμού και το 39,1% του μη φτωχού πληθυσμού είχε οικονομική δυσκολία να αντιμετωπίσει έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες, ακόμη και περίπου 550 ευρώ.

Ειδικότερα, από τις τρεις έρευνες που δημοσιοποίησε η ΕΛΣΤΑΤ (κίνδυνος φτώχειας, συνθήκες διαβίωσης και οικονομική ανισότητα), προκύπτουν κατά περίπτωση τα εξής:

Α. Κίνδυνος φτώχειας
Το 23,1% του συνολικού πληθυσμού αντιμετώπιζε, μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (κοινωνικά επιδόματα και συντάξεις) τον κίνδυνο της φτώχειας το 2013. Το ποσοστό «εκτοξεύεται» στο 53,4% πριν από τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, ενώ εάν υπολογισθούν μόνον οι συντάξεις, το ποσοστό διαμορφώνεται στο 28%. Το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας (μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις) αυξήθηκε κατά 3 μονάδες από το 2010 (ήταν 20,1%). Η παιδική φτώχεια (άτομα έως 17 ετών) αποτελεί αρνητικό ρεκόρ, καθώς ανέρχεται στο 28,8%.
Σε σταθερές τιμές, το ποσοστό του πληθυσμού που είναι εκτεθειμένο σε κίνδυνο φτώχειας ανέρχεται σε 40% (συνθήκες 2005) και σε 44,3% (συνθήκες 2008).
Παράλληλα, συνθήκες φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού αντιμετώπιζε πέρυσι το 35,7% του συνολικού πληθυσμού της χώρας (από 34,6% το 2012, 31% το 2011, 27,7% το 2010 και 27,6% το 2009). Στην Ευρωπαϊκή Ένωση των «28», οι τρεις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά είναι η Βουλγαρία (48%), η Ελλάδα (35,7%) και η Λετονία (35,1%). Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφονται σε Ισλανδία (13%), Νορβηγία (14,1%) και Τσεχία (14,6%).

Β. Συνθήκες διαβίωσης 

Τα τελευταία 4 χρόνια (2010- 2013), παρατηρείται αύξηση της «υλικής στέρησης», δηλαδή του πληθυσμού που, λόγω οικονομικών δυσκολιών, στερείται τεσσάρων τουλάχιστον βασικών αγαθών και υπηρεσιών από τον κατάλογο των εννέα αγαθών και υπηρεσιών που καταγράφει η ΕΛΣΤΑΤ. Το ποσοστό αυτό ήταν 20,3% το 2013 (από 19,5% το 2012, 15,2% το 2011 και 11,6% το 2010). Μάλιστα η «υλική στέρηση» είναι μεγαλύτερη στα άτομα έως 64 ετών.
Ο κατάλογος με τα εννέα βασικά αγαθά και υπηρεσίες που απαρτίζουν την «υλική στέρηση», έχει ως εξής:
1. Δυσκολίες ανταπόκρισης πληρωμής πάγιων λογαριασμών (ενοίκιο ή δόση δανείου, λογαριασμοί ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, φυσικού αερίου κ.λπ., δόσεις πιστωτικών καρτών, ή δόσεις δανείου για οικοσκευή, διακοπές κ.λπ., στεγαστικό δάνειο).
2. Οικονομική αδυναμία για μία εβδομάδα διακοπών.
3. Οικονομική αδυναμία για διατροφή που να περιλαμβάνει κάθε δεύτερη μέρα κοτόπουλο κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας.
4. Οικονομική αδυναμία για αντιμετώπιση έκτακτων, αλλά αναγκαίων δαπανών, περίπου 550 ευρώ.
5. Οικονομική αδυναμία για τηλέφωνο (σταθερό ή κινητό).
6. Οικονομική αδυναμία για έγχρωμη τηλεόραση.
7. Οικονομική αδυναμία για πλυντήριο ρούχων.
8. Οικονομική αδυναμία για ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο.
9. Οικονομική αδυναμία για ικανοποιητική θέρμανση

Αναλυτικότερα:
Διατροφή: Περίπου τα 4/10 του φτωχού πληθυσμού στερούνται διατροφής που περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό του μη φτωχού πληθυσμού εκτιμάται σε 4,7%.
Αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών (περίπου 550 ευρώ): Τα 8/10 του φτωχού πληθυσμού δηλώνουν οικονομική δυσκολία να αντιμετωπίσουν έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες.
Αδυναμία ικανοποιητικής θέρμανσης: Τα 5/10 του φτωχού πληθυσμού δηλώνουν οικονομική αδυναμία να έχουν ικανοποιητική θέρμανση (και το 24,3% του μη φτωχού πληθυσμού).
Δαπάνες στέγασης: Τα 6/10 του φτωχού πληθυσμού δηλώνουν ότι επιβαρύνονται πάρα πολύ από τις συνολικές δαπάνες στέγασης (το ίδιο και τα 4/10 του μη φτωχού πληθυσμού).
Πάγια έξοδα (φως, νερό, τηλέφωνο): Τα 6/10 του φτωχού πληθυσμού δηλώνουν δυσκολία στην πληρωμή πάγιων λογαριασμών εγκαίρως, όπως αυτών του ηλεκτρικού ρεύματος, του νερού, του φυσικού αερίου κ.λπ.
Αντιμετώπιση συνήθων αναγκών: Τα 6/10 του φτωχού πληθυσμού αναφέρουν μεγάλη δυσκολία στην αντιμετώπιση των συνήθων αναγκών τους με το συνολικό μηνιαίο ή εβδομαδιαίο εισόδημά τους.
ΙΧ και ηλεκτρονικός υπολογιστής: Τα 2/10 του φτωχού πληθυσμού δεν διαθέτουν ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο, ούτε προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, αν και τον χρειάζονται.
Ποσοστιαία, τα τέσσερα από τα εννέα βασικά αγαθά και υπηρεσίες, στερούνται:
– Το 23,3% των παιδιών ηλικίας κάτω των 18 ετών.
– Το 35,2% του πληθυσμού ηλικίας 18 έως 59 ετών που έχει ολοκληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση.
– Το 21,6% του πληθυσμού ηλικίας 18 έως 64 ετών
– Το 9,4% του πληθυσμού ηλικίας 18 έως 59 ετών που έχει ολοκληρώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση.
– Το 13,7% του πληθυσμού ηλικίας 65 ετών και άνω.
– Το 15% των γυναικών ηλικίας 65 ετών και άνω
– Το 12,1% των ανδρών ηλικίας 65 ετών και άνω.

Η έλλειψη βασικών ανέσεων στην κύρια κατοικία ανά καθεστώς ιδιοκτησίας, κατανέμεται ως εξής:
3,7% των νοικοκυριών με ιδιόκτητη κατοικία με οικονομικές υποχρεώσεις (δάνειο, υποθήκη, κ.λπ.).
6,7% των νοικοκυριών με ιδιόκτητη κατοικία χωρίς οικονομικές υποχρεώσεις (δάνειο, υποθήκη, κ.λπ.).
9,9% σε ενοικιασμένη κατοικία.
9,6% σε παραχωρημένη δωρεάν κατοικία.
Το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιεί σε κατοικία με στενότητα χώρου ανέρχεται σε 27,3% για το σύνολο του πληθυσμού, σε 22,9% για τον μη φτωχό πληθυσμό και σε 42% για τον φτωχό πληθυσμό.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το ελάχιστο μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα που απαιτείται για την αντιμετώπιση των αναγκών των νοικοκυριών της χώρας ανέρχεται, κατά δήλωσή τους, σε 1.784 ευρώ. Τα φτωχά νοικοκυριά χρειάζονται 1.428 ευρώ, ενώ τα μη φτωχά νοικοκυριά 1.879 ευρώ.

Γ. Οικονομική ανισότητα
Σύμφωνα με την συγκεκριμένη έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ, το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 6,6 φορές μεγαλύτερο από εκείνο του φτωχότερου 20% του πληθυσμού. Παράλληλα, το 25% του πληθυσμού με το χαμηλότερο εισόδημα κατέχει μόλις το 8,9% του συνολικού εθνικού εισοδήματος και το 25% του πληθυσμού με το υψηλότερο εισόδημα κατέχει το 47,1% του συνολικού εθνικού εισοδήματος.



ΑρχικήΠηγή
ΕΛ.ΣΤΑΤ






__


Μουίζνιεκς (Nils Muižnieks):
Η λιτότητα καταπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα
 




Δριμύτατη κριτική κατά της επιβαλλόμενης λιτότητας των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων που λησμονούν τις υποχρεώσεις τους για σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ασκεί ο επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης Νιλς Μουίζνιεκς. 

Ο Επίτροπος στηλιτεύει και τη συμπεριφορά των διεθνών δανειστών, υπογραμμίζοντας πως «παρέλειψαν να συμπεριλάβουν τα ζητήματα προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε πολλά από τα προγράμματα βοήθειας που εφάρμοσαν σε ευρωπαϊκές χώρες». 

«Από τις εθνικές αποφάσεις σχετικά με τα μέτρα λιτότητας και τα διεθνή πακέτα διάσωσης απουσιάζει η διαφάνεια, η συμμετοχή του κοινού και η δημοκρατική λογοδοσία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, επαχθείς όροι εμπόδισαν τις κυβερνήσεις στο να επενδύουν σε βασικά προγράμματα κοινωνικής προστασίας, υγείας και εκπαίδευσης» αναφέρεται μεταξύ άλλων στην ερευνητική εργασία του επιτρόπου για τις επιπτώσεις που είχε η εφαρμογή των μέτρων λιτότητας. 

Στην ίδια εργασία, χαρακτηρίζει ολέθριες τις συνέπειες που είχε η εφαρμογή των μέτρων λιτότητας στις ευάλωτες ομάδες των πληθυσμών και ιδιαίτερα στα παιδιά και τους νέους. 

«Η ανεργία των νέων στην Ευρώπη έχει φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ, ενώ εκατομμύρια οικογένειες υφίστανται τις συνέπειες των περικοπών στα παιδικά βοηθήματα και τις οικογενειακές παροχές, στην υγειονομική περίθαλψη και στην εκπαίδευση» επισημαίνει ο επίτροπος, τονίζοντας ιδιαίτερα ότι «ολοένα και αυξάνεται ο αριθμός των παιδιών που εγκαταλείπουν το σχολείο για να βρουν απασχόληση και να υποστηρίξουν τις οικογένειές τους, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις επανεμφάνισης της εκμετάλλευσης της παιδικής εργασίας». 

_



Η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 2,8% ή 40,95 ευρώ το 2015 σε σύγκριση με το 2014 με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί στα 1.419,57 ευρώ την ίδια στιγμή που αξιόλογo ποσοστό του πληθυσμού αντιμετώπιζε το φάσμα της φτώχειας σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ).

Το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών κατευθύνεται στα είδη διατροφής με μερίδιο 20,7% και ακολουθούν η στέγαση με 13,3% και οι μεταφορές με 12,8%. Οι υπηρεσίες εκπαίδευσης αντιστοιχούν στο 3,3% των συνολικών δαπανών.

Η ΕΛΣΤΑΤ διαπιστώνει ότι το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης (αγορές, τρέχουσες τιμές) του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,6 φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης του φτωχότερου 20% του πληθυσμού.

Επιπλέον, ο κίνδυνος φτώχειας απειλεί το 19,7% του πληθυσμού της χώρας, όταν στον υπολογισμό του δείκτη λαμβάνεται υπόψη μόνο η ισοδύναμη δαπάνη με τρόπο κτήσεως την αγορά (20,6% το 2014), ενώ ο δείκτης μειώνεται στο 13,2% του πληθυσμού (14,0% το 2014), όταν λαμβάνονται υπόψη όλες οι καταναλωτικές δαπάνες.

Η ΕΛΣΤΑΤ αναφέρει μεταξύ άλλων:
Η µέση µηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών, για το 2015, ανήλθε στα 1.419,57 ευρώ, καταγράφοντας µείωση κατά 2.8% ή 40,95 ευρώ, σε σύγκριση µε το 2014. 

Σε πραγµατικούς όρους, η µέση µηνιαία δαπάνη µειώθηκε κατά 1,2% ή 16,82 ευρώ, λόγω της επίδρασης του πληθωρισµού, σύµφωνα µε τον ∆είκτη Τιµών Καταναλωτή του έτους 2015. 

Η ποσοστιαία κατανοµή της µέσης µηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών στις δώδεκα (12) βασικές κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών για τα έτη 2015 και 2014, 

Το µεγαλύτερο µερίδιο των δαπανών του µέσου προϋπολογισµού των νοικοκυριών αφορά στα είδη διατροφής (20,7%) και ακολουθούν η στέγαση (13,3%) και οι µεταφορές (12,8%), ενώ οι υπηρεσίες εκπαίδευσης αντιστοιχούν στο µικρότερο µερίδιο των δαπανών (3,3%). 

Μεταξύ του 2014 και του 2015 το καταναλωτικό πρότυπο δεν παρουσίασε σηµαντικές µεταβολές, παρατήρηση που ισχύει τόσο για τις τρέχουσες όσο και για τις σταθερές τιµές.

Αναλυτικότερα, σε τρέχουσες τιµές η ποσοστιαία κατανοµή των δώδεκα (12) κατηγοριών έχει ως εξής: είδη διατροφής 20,7%, στέγαση 13,3%, µεταφορές 12,8%, ξενοδοχεία, καφενεία και εστιατόρια 9,9%, διάφορα αγαθά και υπηρεσίες 9,0%, υγεία 7,5%, είδη ένδυσης και υπόδησης 5,8%, διαρκή αγαθά 5,0%, αναψυχή και πολιτισµός 4,7%, επικοινωνίες 4,1%, οινοπνευµατώδη ποτά και καπνός 4,0% και εκπαίδευση 3,3%. 

Η µόνη µεταβολή στη φθίνουσα σειρά συµµετοχής των κατηγοριών στην κατανοµή του 2015 σε σχέση µε το 2014, είναι η µετατόπιση της θέσης της αναψυχής και του πολιτισµού και των διαρκών αγαθών – από τη τέταρτη στην πέµπτη θέση – και αντίστροφα. 

Σε σχέση µε την προηγούµενη έρευνα (2014), η µεγαλύτερη µεταβολή δαπανών (µείωση 8,6%) παρατηρείται στα διαρκή αγαθά, ενώ ακολουθούν η δαπάνη για εκπαίδευση – µείωση 8,1% – και τα διάφορα αγαθά και υπηρεσίες (µείωση 5,3%). Ένδεκα (11) από τις δώδεκα (12) κατηγορίες δαπανών παρουσιάζουν µείωση δαπανών (µε τη µικρότερη της τάξεως του 1,1% στην αναψυχή και τον πολιτισµό). Η µόνη κατηγορία για την οποία παρατηρείται αύξηση της µέσης µηνιαίας δαπάνης είναι η υγεία (1,2%)-(Πίνακας 1).

− Σε σχέση µε την προηγούµενη έρευνα (2014), η µεγαλύτερη µεταβολή στην ποσοστιαία συµµετοχή των κατηγοριών (µείωση 0,3%) παρατηρείται στα διαρκή αγαθά. Τέσσερις (4) από τις δώδεκα (12) κατηγορίες παρουσιάζουν µικρή ποσοστιαία αύξηση συµµετοχής που κυµαίνεται από 0,1% (µεταφορές, αναψυχή και πολιτισµός, είδη διατροφής,) ως 0,3% (υγεία), τρεις (3) από τις δώδεκα (12) κατηγορίες παρουσιάζουν µικρή ποσοστιαία µείωση συµµετοχής που κυµαίνεται από 0,2% (εκπαίδευση και διάφορα αγαθά και υπηρεσίες) ως 0,3% για τα διαρκή αγαθά, όπως ήδη αναφέρθηκε, ενώ τέσσερις (4) από τις δώδεκα (12) κατηγορίες δεν παρουσιάζουν ποσοστιαία µεταβολή ( οινοπνευµατώδη ποτά και καπνός, είδη ένδυσης και υπόδησης, στέγαση και επικοινωνίες).

− Σε σταθερές τιµές 2015, σε σχέση µε την προηγούµενη έρευνα, του 2014, η µεγαλύτερη µεταβολή δαπανών παρατηρείται στην εκπαίδευση (µείωση 10,1%), ενώ ακολουθούν τα διαρκή αγαθά (µείωση 6,8%) και τα οινοπνευµατώδη ποτά (µείωση 4,5%). Οκτώ (8) από τις δώδεκα (12) κατηγορίες παρουσιάζουν µείωση δαπανών (µε τη µικρότερη της τάξεως του 0,2% στα είδη ένδυσης). Αύξηση σε σταθερές τιµές 2015 παρουσιάζουν τέσσερις (4) κατηγορίες δαπανών (στέγαση, υγεία, µεταφορές, αναψυχή και πολιτισµός). Η αύξηση αυτή κυµαίνεται από 0,4% στην αναψυχή και τον πολισµό ως 3,4% στη στέγαση.

− Σε σταθερές τιµές 2015, σε σχέση µε την προηγούµενη έρευνα, του 2014, η µεγαλύτερη µεταβολή στην ποσοστιαία συµµετοχή των κατηγοριών (αύξηση 0,6%) παρατηρείται στη στέγαση. Τέσσερις (4) από τις δώδεκα (12) κατηγορίες παρουσιάζουν µικρή ποσοστιαία αύξηση συµµετοχής που κυµαίνεται από 0,1% (αναψυχή και πολιτισµός) ως 0,6% (στέγαση), οκτώ (8) από τις δώδεκα (12) κατηγορίες παρουσιάζουν µικρή ποσοστιαία µείωση συµµετοχής που κυµαίνεται από 0,1% (επικοινωνίες, διάφορα αγαθά και υπηρεσίες, ξενοδοχεία, καφενεία και εστιατόρια) ως 0,5% στα είδη διατροφής.

– Μεγαλύτερη µείωση στη µέση µηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών (τρέχουσες τιµές) στις υποκατηγορίες δαπανών, σε σχέση µε το προηγούµενο έτος (2014), καταγράφεται στη µεταδευτεροβάθµια εκπαίδευση (-20,2%) και στις οικιακές συσκευές (-15,1%), ενώµεγαλύτερη αύξηση καταγράφεται στη στα ξενοδοχεία και ενοικιαζόµενα δωµάτια (19,3%) και στην νοσοκοµειακή περίθαλψη (12,3%). 

Όσον αφορά στις δαπάνες στα είδη διατροφής, σε σχέση µε την προηγούµενη έρευνα (2014), παρατηρείται µείωση της µηνιαίας δαπάνης (τρέχουσες τιµές), για καφέ, τσάι και κακάο (7,0%), µεταλλικά νερά, αναψυκτικά, χυµούς φρούτων και λαχανικών (5,3%), γαλακτοκοµικά προϊόντα και αυγά (5,0%), αλεύρι, ψωµί και δηµητριακά (4,6%), κρέας (3,7%), ψάρια (2,0%) και φρούτα (0,6%), ενώ παρατηρείται αύξηση της µηνιαίας δαπάνης για τα λοιπά είδη διατροφής (24,0%) – το µεγάλο ποσοστό της µεταβολής έχει προκύψει από τη συµπερίληψη αγαθών από τις λοιπές κατηγορίες ειδών διατροφής – ζάχαρη, µαρµελάδες, µέλι κ.λπ. (5,9%), λαχανικά (0,7%) και, λίπη και έλαια (0,6%).

ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ
Από τα στοιχεία της έρευνας προκύπτει ότι τα νοικοκυριά διαθέτουν:
• Τηλεόραση έγχρωµη (99,6%)
• Κινητό τηλέφωνο (90,1%)
• Σταθερό τηλέφωνο (87,4%)
• Επιβατηγό αυτοκίνητο ΙΧ (66,0%)
• Προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή (65,5%)
• Πλυντήριο πιάτων (36,5%)
• Καταψύκτη (29,1%)
• ∆εύτερη κατοικία (16.6%) και
• Κλειστό χώρο στάθµευσης (13,2%) και χρησιµοποιούν την κεντρική θέρµανση ως κύρια πηγή θέρµανσης σε ποσοστό 39,8%.

ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ
Το µερίδιο της µέσης ισοδύναµης δαπάνης (αγορές, τρέχουσες τιµές) του πλουσιότερου 20% του πληθυσµού είναι 5,6 φορές µεγαλύτερο από το µερίδιο της µέσης ισοδύναµης δαπάνης του φτωχότερου 20% του πληθυσµού (ίδια τιµή και για το 2014). Ο δείκτης µειώνεται στο 4,4, όταν συµπεριληφθούν στην καταναλωτική δαπάνη και οι τεκµαρτές δαπάνες (τελική καταναλωτική δαπάνη) (3) (επίσης ίδια τιµή για το 2014).

• Το µερίδιο της µέσης ισοδύναµης δαπάνης για είδη διατροφής των νοικοκυριών του φτωχότερου 20% του πληθυσµού ανέρχεται στο 31,3% των δαπανών των νοικοκυριών της Χώρας, ενώ το αντίστοιχο µερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσµού ανέρχεται στο 14,2%. 

• O κίνδυνος φτώχειας απειλεί το 19,7% του πληθυσµού της Χώρας, όταν στον υπολογισµό του δείκτη λαµβάνεται υπόψη µόνο η ισοδύναµη δαπάνη µε τρόπο κτήσεως την αγορά (20,6% το 2014), ενώ ο δείκτης µειώνεται στο 13,2% του πληθυσµού (14,0% το 2014), όταν λαµβάνονται υπόψη όλες οι καταναλωτικές δαπάνες, ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσεως (τεκµαρτό ενοίκιο από ιδιοκατοίκηση, ιδιοπαραγόµενα αγαθά, αγαθά και υπηρεσίες παρεχόµενες δωρεάν από τον εργοδότη, άλλα νοικοκυριά, µη κερδοσκοπικούς οργανισµούς, κράτος κλπ.)

• Η µέση µηνιαία ισοδύναµη δαπάνη των φτωχών νοικοκυριών(4) εκτιµάται στο 32,6% των δαπανών των µη φτωχών νοικοκυριών(3). Τα φτωχά νοικοκυριά δαπανούν το 31,3% του µέσου προϋπολογισµού τους σε είδη διατροφής, ενώ τα µη φτωχά το 19,7%. Λόγω της σύνθεσης των φτωχών νοικοκυριών (ηλικιωµένοι, ανασφάλιστοι, κλπ.), η δαπάνη τους για την υγεία ανέρχεται στο 8,5% του µέσου προϋπολογισµού τους, ενώ η αντίστοιχη δαπάνη των µη φτωχών ανέρχεται στο 7,8%.




Σημείωση
Η ανάρτηση θα εμπλουτίζεται με νεότερα στοιχεία.



http://www.varosi4seasons.gr/gallery/users/admin/arxiki/kato_meros.gif 
.